Ενώ η Ευρώπη βγαίνει ξανά στους δρόμους διεκδικώντας τα αυτονόητα απέναντι στην οικονομική και κοινωνική ασφυξία, στην Ελλάδα παρακολουθούμε τις εξελίξεις με μια παράξενη, σχεδόν εχθρική απόσταση. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην ένταση των ευρωπαϊκών κινητοποιήσεων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να τις κρίνουμε. Με μια μόνιμη τάση απαξίωσης, η ελληνική κοινή γνώμη σπεύδει να αποδομήσει κάθε μορφή διαμαρτυρίας. Όχι επειδή διαφωνεί ουσιαστικά με τα αίτηματα, αλλά επειδή η δράση των άλλων λειτουργεί ως ένας ενοχλητικός καθρέφτης που αποκαλύπτει τη δική μας παρατεταμένη απάθεια.
Όσο οι πολίτες μετρούν καμένες περιουσίες, καμένα δάση και —το χειρότερο όλων— ανθρώπινες απώλειες, το πολιτικό σύστημα παρακολουθεί ως απλός παρατηρητής, οπλισμένο μόνο με επικοινωνιακά αφήγηματα και ψηφιακές εντολές εκκένωσης. Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι απλώς μια διαμαρτυρία για τις φλόγες που κατακαίνε τη χώρα· είναι μια ακτινογραφία της διαχρονικής πολιτικής ανεπάρκειας, των στρεβλών προτεραιοτήτων και της συστημικής αδιαφορίας ενός κράτους που αφήνει τους πολίτες του οχυρωμένους μόνο με την απελπισία τους.
Για τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική ηγεσία, η έκρηξη βίας στην Βρετανία παρουσιάζεται ως ένα τυφλό ξέσπασμα ρατσισμού. Είναι όμως έτσι; Για να καταλάβει κανείς πώς η Βρετανία έφτασε σε αυτό το σημείο μηδέν, πρέπει να κοιτάξει πέρα από τις σπασμένες βιτρίνες: στην προκλητική απάθεια του κράτους απέναντι στην εγκληματικότητα, αλλά και στις ίδιες τις δυτικές πολιτικές που εδώ και δεκαετίες γεννούν τους πολέμους και την ανάγκη για φθηνά εργατικά χέρια.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς μια ακόμη ιστορία κακοδιοίκησης ή γραφειοκρατικής ανικανότητας. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο.